ilya-pavlov-XPT-OtA0E-8-unsplash

Γιατί η σχέση γονέων – παιδιών εμπεριέχει όλα τα θέματα της ζωής

*Το παρόν κείμενο δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα Παρατηρητής της Θράκης. Δείτε την δημοσίευση πατώντας εδώ.*

Πριν κάποιες μέρες συναντήθηκα με μία ομάδα παιδιών που κάνουμε ψυχο-εκπαιδευτικά παιχνίδια μαζί. Ήταν η πρώτη μας συνάντηση έπειτα από δύο εβδομάδες διακοπών του Πάσχα. Τους ρώτησα, λοιπόν, πώς πέρασαν και αν έψησαν αρνί, ένα παραδοσιακό έθιμο το οποίο δεν έλειψε ποτέ από τις παιδικές μου αναμνήσεις. Προς μεγάλη μου έκπληξη, κι εκεί που περίμενα να ακούσω σαν αντιλογία το «κυρία, εμείς ψήνουμε κατσίκι, όχι αρνί», όλα τα παιδιά, εκτός από ένα, μου απάντησαν «όχι, δεν ψήσαμε αρνί». Τόλμησα να υποθέσω πως στα βλέμματα τους υπήρχε και μία έκφραση απορίας για το περιεχόμενο της ερώτησής μου. Ομολογώ ότι ξαφνιάστηκα ακόμα περισσότερο όταν μόνο δύο παιδάκια μου είπαν πως τραγούδησαν το Σάββατο του Λαζάρου και ήξεραν τι τραγουδάμε.

Αναπόφευκτα, μπήκα σε μία γεροντική λατρεία ενός παρελθόντος, ψεγάδια του οποίου, τείνουν να ζουν ακόμα περισσότερο στις μνήμες μας παρά στις συνήθειες μας. Αναρωτήθηκα για την ζωή που κυλάει και για τα παιδιά που μεγαλώνουν μαζί μας σε αυτή την καθημερινότητα που συνεχώς αλλάζει. Η ζωή επινοεί συνεχώς καινούργιες καταστάσεις και μας διδάσκει συνεχώς με το πέρασμα του χρόνου. Και είναι η σχέση γονέων – παιδιού αυτή που μεταδίδει, όχι μόνο την ίδια την ζωή, αλλά και την τέχνη του να ζει κανείς και μάλιστα να ζει μία ζωή ευτυχισμένη – ότι κι αν σημαίνει αυτό. Κι όμως, συχνά, παρατηρώ πως η τέχνη της ζωής, τείνει να μοιάζει πια με τέχνασμα. Ένα ποικιλόμορφο και με ζωηρά χρώματα και ήχους, τέχνασμα για να περάσει απλώς ο χρόνος. Δεν ξέρω αν περνάει καλά αυτός ο χρόνος, σίγουρα όμως προσπαθούμε να προσφέρουμε ευχάριστες στιγμές, γεμάτες με πολύχρωμες δραστηριότητες, με έντονες εμπειρίες, με κάτι φαντασμαγορικό, αρκεί να αποφύγουμε το έσχατο κακό που χαλάει όλη την ευτυχία: την βαρεμάρα.

Κι έτσι, εκεί που όλες οι οικογένειες κουβαλάμε μαζί μας ιστορίες και αφηγήσεις, αυτές μοιάζουν πια παραμελημένες και κρυμμένες σε σκονισμένα άλμπουμ φωτογραφιών κάτω από ένα σύνθετο τηλεόρασης. Κι εδώ παρατηρώ πως κρύβεται ένα κενό στην δική μας δυτική κοινωνία, σχετικά με το θέμα του να ζεις. Το παρελθόν φαίνεται γεμάτο με παραδοσιακές τελετουργίες και συλλογικές στιγμές, τόσο θρησκευτικές και πολιτισμικές, όσο και οικογενειακές. Στιγμές που η τέχνη του να ζεις συν-κατασκευαζόταν στον χώρο και στον χρόνο μέσα από το “μαζί” και δεν προσπερνούνταν από τεχνάσματα γρήγορης κατάποσης του χρόνου. Αξίζει να αναρωτηθούμε, τι υπάρχει στο κενό εκείνο όταν επιλέγουμε να μην ακολουθήσουμε κάποιες συλλογικές τελετουργίες, όπως είναι για παράδειγμα το ψήσιμο του αρνιού. Όταν κάτι δεν συμβαίνει, γίνεται κάτι άλλο στην θέση του. Η αλλαγή και η προσαρμογή είναι αναπόφευκτη. Αναπόφευκτη όμως δεν είναι η συλλογική απαλλαγή ευθύνης και ελέγχου. Το τι θα αντικαταστήσει αυτό που χάνεται, παραμένει συλλογικό και εντός του ελέγχου μας.

Σε αυτήν ακριβώς την τοποθέτηση θεωρώ πως βρίσκεται η δυσκολία της σύγχρονης ζωής, καθώς είναι μία ζωή που βιώνεται παράλληλα και όχι μαζί. Και εδώ ακριβώς βρίσκεται το κομμάτι της πρόληψης των ψυχοσυναισθηματικών δυσκολιών, αφού αν βελτιωθεί η ποιότητα της ζωής ολόκληρης της οικογένειας, βελτιώνεται αυτομάτως και η παιδική δυσφορία. Τα παιδιά γκρινιάζουν και διαμαρτύρονται, φωνάζουν και επιτίθενται, όχι γιατί δοκιμάζουν κόλπα χειριστικά. Αντιθέτως, η συμπεριφορά τους αποτυπώνει την δυσφορία μίας ολόκληρης εποχής. Μιας εποχής πληθωρισμού υλικών και ένδειας συναισθηματικής σύνδεσης. Τα παιδιά βαριούνται γιατί δυσκολεύονται να βρουν νόημα. Μου φαίνεται ότι κι εμείς, ως γονείς, δυσκολευόμαστε να τους βοηθήσουμε γιατί διαπραγματευόμαστε την δική μας εύρεση νοήματος. Μέσα στην δίνη των ατελείωτων υποχρεώσεων που συνεχώς τρέχουν, η καθημερινότητα μοιάζει με έναν περίπλοκο λαβύρινθο. Ποιος περνάει καλά άραγε μέσα σε έναν λαβύρινθο;

Η οικογένεια είναι ένα ολόκληρο επικοινωνιακό σύστημα με μεγάλο βάθος, το οποίο αξίζει να βιωθεί, μαζί με τις δυσκολίες του, στο έπακρο. Ας επιτρέψουμε στην κούραση μας να μας δώσει χρόνο, ας κάνουμε ένα διάλειμμα και ας κοιτάξουμε την καθημερινότητά μας με την οικογένεια και τα παιδιά μας σαν εξωτερικοί παρατηρητές. Ας αναστοχαστούμε λοιπόν: Αισθανόμαστε καλά μέσα στην οικογένειά μας αυτή την στιγμή; Αισθανόμαστε ότι ζούμε μαζί με φίλους, ανθρώπους που μας αρέσουν και τους εμπιστευόμαστε και τους αρέσουμε και μας εμπιστεύονται κι αυτοί; Χαιρόμαστε, ενθουσιαζόμαστε που είμαστε μέλη αυτής της οικογένειας; Τι απαντήσεις παίρνουμε; Όποιες κι αν είναι αυτές, είμαι σίγουρη ότι αν το επόμενο Πάσχα ψήσουμε όλοι μαζί αρνί, οι απαντήσεις μας θα αλλάξουν έχοντας θετικό(τερο) πρόσημο.

Οι ανθρώπινες ζωές δεν σχεδιάστηκαν για να είναι ατομικές ζωές. Οι ανθρώπινες ζωές χρειάζεται να βρίσκονται σε μία συλλογική ροή, αναγνωρισμένη και επεξεργασμένη μέσα από συγκεκριμένες τελετουργίες του ανήκειν σε ομάδα. Κάθε παιδί που γεννιέται, κοιτάζει μεγαλώνοντας τους ενήλικες που έχει γύρω του για να μάθει να αντιμετωπίζει την ατομική ύπαρξή του. Μέσα από απλές πράξεις και συμπεριφορές, όπως το να μάθουν να περπατάνε ή να μιλάνε, μαθαίνουν την τέχνη της ζωής. Γιατί αν μάθουν να περπατάνε και να μιλάνε, θα μάθουν και να έρχονται γεωγραφικά και συναισθηματικά κοντά με άλλους ανθρώπους. Θα μάθουν πως χτίζεται το μαζί και η ζωή δεν θα μοιάζει πια τόσο μοναχική. Μπορεί οι συλλογικές τελετουργίες να χαθούν και να αλλάξουν μορφή, ένα όμως θα παραμείνει σταθερό: το συλλογικό της οικογένειας. Δεν θα σταματήσουμε ποτέ να είμαστε μέλη μιας οικογένειας και αυτήν την τέχνη αξίζει να την μάθουμε στα παιδιά μας.

chris-curry-RVQEitcexAY-unsplash

Για ποια οικογένεια μιλάμε;

Σήμερα, όταν ακούω την λέξη οικογένεια, πολλές σκέψεις και εικόνες τριγυρνάνε στο μυαλό μου. Μέχρι πριν λίγα χρόνια, η πρώτη και μοναδική οικογένεια που φανταζόμουν ήταν εκείνη στην οποία μεγάλωσα, ήταν εκείνη η εικόνα που υπήρχε σε όλα τα παιδικά βιβλία και δέσποζε σε ζωγραφιές, γλυπτά, ποιήματα. Η μαμά, ο μπαμπάς, τα παιδιά. Με αυτή την συγκεκριμένη σειρά, χωρίς απαραίτητα να υπονοεί κάποια αξιολογική προτεραιοποίηση, αλλά ταυτόχρονα προκαλώντας το αναστοχαστικό μυαλό να αναρωτηθεί για την φύση αυτής της σειράς τοποθέτησης των προσώπων. Αν και ομολογουμένως, δεν θα έλεγα πως η δική μου οικογένεια ταίριαζε πολύ σε αυτό το πρότυπο. Μπορεί να οφειλόταν στις επαρχιακές συνθήκες ζωής, μπορεί στην ανάγκη των επιτακτικών κοινωνικο-οικονομικών αλλαγών που πλέον απαιτούσαν από τη γυναίκα να δουλεύει -και- εκτός σπιτιού. Πάντως, αυτό που έζησα και ξέρω, είναι ότι η γιαγιά και ο παππούς ήταν αναπόσπαστο κομμάτι στην πορεία της παιδικής, εφηβικής αλλά και ενήλικης ζωής μας. Βέβαια, εύλογα θα υπάρξει η αντίρρηση ότι η εικόνα της οικογένειας που περιγράφω δεν ξεφεύγει και πολύ (ενδεχομένως καθόλου) από τα κανονιστικά πρότυπα, και θα δοθεί δίκιο σε αυτή την αντίρρηση. Ωστόσο, εδώ θα ήθελα να σημειώσω πως όταν ακούμε την λέξη οικογένεια σπάνια μιλάμε για περισσότερους από δύο ενήλικες φροντιστές, και μάλιστα εννοώντας την μαμά και τον μπαμπά.

Μαμά λένε είναι μόνο μία. Μπαμπάς το ίδιο. Πράγματι, βιολογικά δεν θα μπορούσε να υπάρξει και κάτι άλλο, τουλάχιστον μιλώντας για εμάς τους ανθρώπους και τα θηλαστικά γενικότερα. Ένας είναι ο άνθρωπος από του οποίου το σώμα προέρχεσαι και ένας ακόμη με τον οποίο μοιράζεσαι το ίδοι γενετικό υλικό. Σε όλο αυτό, αναμφίβολα επισυνάπτονται και κάποιες προδιαθέσεις στην υγεία και την ιδιοσυγκρασία. Εδώ λοιπόν, σε αυτή την στίξη θα ήθελα να τεθεί το αναστοχαστικό ερώτημα της σύνθεσης της οικογένειας, πλέον όμως μιλώντας με όρους κοινωνίας -σχέσεων- ανθρώπων. Ποιοι εν τέλει είναι εκείνοι που μεγαλώνουν τα παιδιά; Ποιοι είναι οι φροντιστές, οι κηδεμόνες, τα πρόσωπα αναφοράς; Ποιοι είναι εκείνοι οι ενήλικες που συμβάλλουν στην εσωτερίκευση ηθικών αξιών, στην υιοθέτηση προτύπων συμπεριφοράς, στην δημιουργία υγιών μοτίβων και συνηθειών;

Ήδη αυτό το ερώτημα απαντήθηκε από τα όμοφυλα ζευγάρια. Σίγουρα το φύλο έχει το ρόλο και την δυναμική του μέσα στην οικογένεια, αφού ζούμε σε μία ετεροκανονική κοινωνία. Ωστόσο, φαίνεται πως η έλλειψη ενός κανονιστικού “μπαμπά” ή μιας κανονιστικής “μαμάς”, δεν οδηγεί σε τραγικά αποτελέσματα. Ίσα ίσα έρευνες και εμπειρίες μας λένε πως τα παιδιά μεγαλώνουν υπέροχα και είναι ψυχικά ήρεμα και υγιή! Ας μελετήσουμε μερικά ακόμα παραδείγματα…

Πριν τρία χρόνια, σε ένα ινστιτούτο ομορφιάς, άκουσα μία πελάτισσα να συζητάει με την αισθητικό της στο διπλανό τραπέζι. Η πελάτισσα ήταν μία γυναίκα στα τέλη της δεκατίας των 30 και επιτυχημένη επαγγελματίας. Δεν είχε σύντροφο, όμως ήθελε να κάνει οικογένεια. Συζητούσε, λοιπόν, την διαδικασία της εξωσωματικής γονιμοποίησης με δότη σπέρματος. Υπόθετω πως η γενικότερη διαύρωση των ανθρωπίνων σχέσεων, και δη των ερωτικών, θα οδηγήσει πολλούς ενήλικες στην δημιουργία μονογονεϊκών οικογενειών από επιλογή και όχι από ανάγκη, για παράδειγμα λόγω διαζυγίων.

Ένα ακόμα παράδειγμα αποτελεί η παρένθετη μητρότητα και η τεκνοθεσία. Ένα σώμα γεννά και ένα άλλο σώμα ανατρέφει και μεγαλώνει. Εδώ θα μπορούσαμε να ανοίξουμε πολλές έμφυλες συζητήσεις, όμως δεν είναι αυτός ο σκοπός αυτού του κειμένου. Σε κάθε ένα από αυτά τα παραδείγματα αναρωτηθείτε ποια είναι τα πρόσωπα εκείνα που (συν-)μεγαλώνουν τα παιδιά.

Και με τα χωρισμένα ζευγάρια άραγε τι γίνεται; Η νομοθετική επικυρωση της συνεπιμέλειας έφερε σίγουρα τα πάνω κάτω και ως έναν βαθμό συμμερίζομαι την φεμινιστική οπτική. Ωστόσο, λέω από μέσα μου “επιτέλους”! Επιτέλους, ο νομοθέτης προσκαλεί τους πατεράδες να αναλάβουν πραγματικές, καθημερινές ευθύνες στο μεγάλωμα των παιδιών τους. Επιτέλους, δίνεται φωνή και δικαίωμα στους μπαμπάδες που ήταν, είναι και θέλουν να είναι ενεργητικά παρόντες στις ζωές των παιδιών τους. Επιτέλους, αμφισβητείται λίγο ο πανάγιος, αδιαπραγμάτευτος και ακλόνιστος ρόλος της μητέρας. Και εδώ πριν αρχίσει η οποιαδήποτε φεμινιστική αντίρρηση, να θέσω το εξής ερώτημα: “ο πανάγιος, αδιαπραγμάτευτος και ακλόνιστος ρόλος της μητέρας, άραγε απελευθερώνει ή εγκλωβίζει σε έμφυλα κανονιστικά πρότυπα και στεγανά;”.

Αυτές κι ακόμα περισσότερες σκέψεις έρχονται πλέον στο μυαλό μου όταν ακούω την λέξη οικογένεια. Θα ήθελα να ομολογήσω πως όση σύγχυση κι αν μου προκαλούν, τόση λύτρωση μου φέρνουν. Τα παιδιά χρειάζονται πολλαπλά στηρίγματα για να μεγαλώσουν, χωρίς αυτό να σημαίνει την ψυχολογική περιθωριοποίηση των ρόλων των βασικών γονέων, κηδεμόνων, προσώπων αναφοράς. Ας βγούμε από το σημερινό ατομικιστικό και αποξενωτικό μας βίωμα, και ας δούμε όλες αυτές τις συνθήκες οικογένειας ως μία πρόσκληση για μεγαλύτερη σύνδεση. Ας ελπίσουμε πως όλες αυτές οι σύχρονες προκλήσεις θα οδηγήσουν σε μία κοινωνία του μαζί, όπου οι νέες γενιές θα εμπιστεύονται και θα αγαπάνε. Αφού άλλωστε όλοι μαζί (θα) τους μεγαλώνουμε.