Σήμερα, όταν ακούω την λέξη οικογένεια, πολλές σκέψεις και εικόνες τριγυρνάνε στο μυαλό μου. Μέχρι πριν λίγα χρόνια, η πρώτη και μοναδική οικογένεια που φανταζόμουν ήταν εκείνη στην οποία μεγάλωσα, ήταν εκείνη η εικόνα που υπήρχε σε όλα τα παιδικά βιβλία και δέσποζε σε ζωγραφιές, γλυπτά, ποιήματα. Η μαμά, ο μπαμπάς, τα παιδιά. Με αυτή την συγκεκριμένη σειρά, χωρίς απαραίτητα να υπονοεί κάποια αξιολογική προτεραιοποίηση, αλλά ταυτόχρονα προκαλώντας το αναστοχαστικό μυαλό να αναρωτηθεί για την φύση αυτής της σειράς τοποθέτησης των προσώπων. Αν και ομολογουμένως, δεν θα έλεγα πως η δική μου οικογένεια ταίριαζε πολύ σε αυτό το πρότυπο. Μπορεί να οφειλόταν στις επαρχιακές συνθήκες ζωής, μπορεί στην ανάγκη των επιτακτικών κοινωνικο-οικονομικών αλλαγών που πλέον απαιτούσαν από τη γυναίκα να δουλεύει -και- εκτός σπιτιού. Πάντως, αυτό που έζησα και ξέρω, είναι ότι η γιαγιά και ο παππούς ήταν αναπόσπαστο κομμάτι στην πορεία της παιδικής, εφηβικής αλλά και ενήλικης ζωής μας. Βέβαια, εύλογα θα υπάρξει η αντίρρηση ότι η εικόνα της οικογένειας που περιγράφω δεν ξεφεύγει και πολύ (ενδεχομένως καθόλου) από τα κανονιστικά πρότυπα, και θα δοθεί δίκιο σε αυτή την αντίρρηση. Ωστόσο, εδώ θα ήθελα να σημειώσω πως όταν ακούμε την λέξη οικογένεια σπάνια μιλάμε για περισσότερους από δύο ενήλικες φροντιστές, και μάλιστα εννοώντας την μαμά και τον μπαμπά.
Μαμά λένε είναι μόνο μία. Μπαμπάς το ίδιο. Πράγματι, βιολογικά δεν θα μπορούσε να υπάρξει και κάτι άλλο, τουλάχιστον μιλώντας για εμάς τους ανθρώπους και τα θηλαστικά γενικότερα. Ένας είναι ο άνθρωπος από του οποίου το σώμα προέρχεσαι και ένας ακόμη με τον οποίο μοιράζεσαι το ίδοι γενετικό υλικό. Σε όλο αυτό, αναμφίβολα επισυνάπτονται και κάποιες προδιαθέσεις στην υγεία και την ιδιοσυγκρασία. Εδώ λοιπόν, σε αυτή την στίξη θα ήθελα να τεθεί το αναστοχαστικό ερώτημα της σύνθεσης της οικογένειας, πλέον όμως μιλώντας με όρους κοινωνίας -σχέσεων- ανθρώπων. Ποιοι εν τέλει είναι εκείνοι που μεγαλώνουν τα παιδιά; Ποιοι είναι οι φροντιστές, οι κηδεμόνες, τα πρόσωπα αναφοράς; Ποιοι είναι εκείνοι οι ενήλικες που συμβάλλουν στην εσωτερίκευση ηθικών αξιών, στην υιοθέτηση προτύπων συμπεριφοράς, στην δημιουργία υγιών μοτίβων και συνηθειών;
Ήδη αυτό το ερώτημα απαντήθηκε από τα όμοφυλα ζευγάρια. Σίγουρα το φύλο έχει το ρόλο και την δυναμική του μέσα στην οικογένεια, αφού ζούμε σε μία ετεροκανονική κοινωνία. Ωστόσο, φαίνεται πως η έλλειψη ενός κανονιστικού “μπαμπά” ή μιας κανονιστικής “μαμάς”, δεν οδηγεί σε τραγικά αποτελέσματα. Ίσα ίσα έρευνες και εμπειρίες μας λένε πως τα παιδιά μεγαλώνουν υπέροχα και είναι ψυχικά ήρεμα και υγιή! Ας μελετήσουμε μερικά ακόμα παραδείγματα…
Πριν τρία χρόνια, σε ένα ινστιτούτο ομορφιάς, άκουσα μία πελάτισσα να συζητάει με την αισθητικό της στο διπλανό τραπέζι. Η πελάτισσα ήταν μία γυναίκα στα τέλη της δεκατίας των 30 και επιτυχημένη επαγγελματίας. Δεν είχε σύντροφο, όμως ήθελε να κάνει οικογένεια. Συζητούσε, λοιπόν, την διαδικασία της εξωσωματικής γονιμοποίησης με δότη σπέρματος. Υπόθετω πως η γενικότερη διαύρωση των ανθρωπίνων σχέσεων, και δη των ερωτικών, θα οδηγήσει πολλούς ενήλικες στην δημιουργία μονογονεϊκών οικογενειών από επιλογή και όχι από ανάγκη, για παράδειγμα λόγω διαζυγίων.
Ένα ακόμα παράδειγμα αποτελεί η παρένθετη μητρότητα και η τεκνοθεσία. Ένα σώμα γεννά και ένα άλλο σώμα ανατρέφει και μεγαλώνει. Εδώ θα μπορούσαμε να ανοίξουμε πολλές έμφυλες συζητήσεις, όμως δεν είναι αυτός ο σκοπός αυτού του κειμένου. Σε κάθε ένα από αυτά τα παραδείγματα αναρωτηθείτε ποια είναι τα πρόσωπα εκείνα που (συν-)μεγαλώνουν τα παιδιά.
Και με τα χωρισμένα ζευγάρια άραγε τι γίνεται; Η νομοθετική επικυρωση της συνεπιμέλειας έφερε σίγουρα τα πάνω κάτω και ως έναν βαθμό συμμερίζομαι την φεμινιστική οπτική. Ωστόσο, λέω από μέσα μου “επιτέλους”! Επιτέλους, ο νομοθέτης προσκαλεί τους πατεράδες να αναλάβουν πραγματικές, καθημερινές ευθύνες στο μεγάλωμα των παιδιών τους. Επιτέλους, δίνεται φωνή και δικαίωμα στους μπαμπάδες που ήταν, είναι και θέλουν να είναι ενεργητικά παρόντες στις ζωές των παιδιών τους. Επιτέλους, αμφισβητείται λίγο ο πανάγιος, αδιαπραγμάτευτος και ακλόνιστος ρόλος της μητέρας. Και εδώ πριν αρχίσει η οποιαδήποτε φεμινιστική αντίρρηση, να θέσω το εξής ερώτημα: “ο πανάγιος, αδιαπραγμάτευτος και ακλόνιστος ρόλος της μητέρας, άραγε απελευθερώνει ή εγκλωβίζει σε έμφυλα κανονιστικά πρότυπα και στεγανά;”.
Αυτές κι ακόμα περισσότερες σκέψεις έρχονται πλέον στο μυαλό μου όταν ακούω την λέξη οικογένεια. Θα ήθελα να ομολογήσω πως όση σύγχυση κι αν μου προκαλούν, τόση λύτρωση μου φέρνουν. Τα παιδιά χρειάζονται πολλαπλά στηρίγματα για να μεγαλώσουν, χωρίς αυτό να σημαίνει την ψυχολογική περιθωριοποίηση των ρόλων των βασικών γονέων, κηδεμόνων, προσώπων αναφοράς. Ας βγούμε από το σημερινό ατομικιστικό και αποξενωτικό μας βίωμα, και ας δούμε όλες αυτές τις συνθήκες οικογένειας ως μία πρόσκληση για μεγαλύτερη σύνδεση. Ας ελπίσουμε πως όλες αυτές οι σύχρονες προκλήσεις θα οδηγήσουν σε μία κοινωνία του μαζί, όπου οι νέες γενιές θα εμπιστεύονται και θα αγαπάνε. Αφού άλλωστε όλοι μαζί (θα) τους μεγαλώνουμε.

